Ταινιών Κριτικές…

«Les trois couleurs»: Blanc

του Krzysztof Kieslowski

Λευκό ή αλλιώς το χρώμα της ισότητας, ιδωμένο τοιουτοτρόπως στο πλαίσιο της γαλλικής επανάστασης το 1789 και αποτυπωμένο στο μέσον της γαλλικής σημαίας ως σύμβολο μιας αξίας, μιας θεώρησης που έμοιαζε και μοιάζει θεμελιώδης σε μια κοινωνία. Η ισότητα, πρόταγμα βασικό κάθε δημοκρατικού κράτους,εξετάζεται από τον πολωνό σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι με προφανή σκοπό να απομυθοποιήσει ορισμένες πτυχές της οι οποίες στον σύγχρονο κόσμο ίσως θα έπρεπε να επαναδιατυπωθούν. Είναι γεγονός ότι δεν είμαστε ίσοι μεταξύ μας, οι ανισότητες σε μια κοινωνία παρούσες σε όλα τα πεδία τείνουν να γίνουν ο κανόνας, ενώ ακόμη και η πλήρης ισότητα φαίνεται να μας ξενίζει. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κισλόφσκι σε μια συνέντευξή του ο άνθρωπος έχει την τάση να θέλει να είναι ακόμη πιο ίσος, δεν τον ενδιαφέρει να είναι ίσος με τον πλησίον του αλλά ο «περισσότερο ίσος».

Η πλοκή της ταινίας κινείται γύρω από τον Καρόλ, πολωνό μετανάστη στην Γαλλία, του οποίου η ζωή παίρνει την κάτω βόλτα όταν η γυναίκα του Ντομινίκ κερδίζει την αγωγή διαζυγίου και εκείνος εν μία νυκτί αποστερείται τη γυναίκα του, το κομμωτήριό του, τα χρήματά του και την άδεια παραμονής του στη Γαλλία. Μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνει επαιτεί στον υπόγειο του Παρισιού προσπαθώντας να βγάλει μελωδίες με τη βοήθεια μιας χτένας. Η συνάντησή του με τον συμπατριώτη του Μικολάι θα τον βοηθήσει να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του κακήν κακώς όπου θα προσπαθήσει να σταθεί στα πόδια του και να βγάλει λεφτά. Η σκέψη της Ντομινίκ όμως πάντα ταλανίζει το μυαλό του και τότε του έρχεται η ιδέα για ένα παράτολμο σχέδιο εκδίκησης.

Με μια πρώτη ανάγνωση του στόρι μάς δίνεται η δυνατότητα να εντοπίσουμε και τα κεντρικά σημεία που θέλει να θίξει ο σκηνοθέτης. Κυρίαρχο μοτίβο η σχέση του Καρόλ με την Ντομινίκ η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη επικοινωνίας-πρώτη έκφανση της ανισότητας. Από τις πρώτες σκηνές είναι φανερό ότι η κακή γνώση των γαλλικών από τον Καρόλ δεν του επιτρέπει να επικοινωνήσει με τη σύζυγό του τόσο στο επίπεδο της σχέσης γενικότερα όσο και σεξουαλικά, δημιουργώντας του κόμπλεξ κατωτερότητας. Η αδυναμία έκφρασης-κατανόησης αμφοτέρων καθιστά τον γάμο τους ατελέσφορο ενώ η άσχημη συμπεριφορά της Ντομινίκ απέναντί του επιτείνει αυτήν τη σχέση υπεροχής μεταξύ τους.

Μετά το διαζύγιο ο κεντρικός ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα ενός συστήματος που του στερεί ό,τι έχει ωθώντας τον στην επιστροφή στην Πολωνία. Η «προσωρινή» γαλλική του υπηκοότητα αίφνης χάνεται και ως παρρίας ψάχνει να βρει το δίκιο του στο μετρό του Παρισιού. Στη σκηνή που ζητεί πίσω ένα ευτελές ποσό από τον υπάλληλο στον υπόγειο, έχει τόσα νεύρα θαρρείς και έχει απέναντί του όλο το σύστημα που τον έριξε στην επαιτεία-δεύτερη έκφανση της ανισότητας.

Ο ερχομός στην Πολωνία του Καρόλ συνοδεύεται από τη γρήγορη οικονομική του άνθιση. Ο Κισλόφσκι παρουσιάζει τη χώρα του ως φωλιά του καπιταλισμού, ένα μέρος όπου όλα αγοράζονται και πουλιούνται και όπου ο καθένας μπορεί να βγάλει πακτωλό χρημάτων υπό την σκέπη μιας φιλελεύθερης οικονομίας. Η πτώση του κομμουνισμού έφερε νέες ευκαιρίες και αναδεικνύει πλέον την Πολωνία ως έτοιμη στο ραντεβού της με το ευρωπαϊκό πρεστίζ και μακριά από τις μέρες της απομόνωσης που έφεραν ανισότητα και μετανάστευση-τρίτη έκφανση.

Μέσα σε αυτό το πλέγμα ανισοτήτων ως μοναδική εξισορρόπηση φαντάζει η εκδίκηση. Ο σκηνοθέτης επιχειρεί να γίνει καυστικός και αντί να παρουσιάσει λύσεις του προβλήματος το αφήνει στην άκρη θεωρώντας τη θεμελιώδη αξία της ισότητας ως μια κακόγουστη φάρσα. Μοναδικό αντίδοτο διαφαίνεται η αρχαία ρήση:οφθαλμός αντί οφθαλμού. Μια τέλεια εκδίκηση αποτυπώνει και έναν τέλειο ορισμό της ισότητας. Στις μέρες μας η ισότητα εκλαμβάνεται έτσι και ο Κισλόφσκι δεν μοιάζει να μιλάει σε κοινό εξωγήινων, καθώς η κοινωνία μας λίγο πολύ έχει μεταλλαχθεί από κοινωνία ισότητας σε κοινωνία αυτοδικίας. Οι επιταγές του σύγχρονου φιλελεύθερου οικονομικού συστήματος στο οποίο έχει βουτηχτεί και ο Καρόλ για να γίνει σπουδαίος του έδωσαν την ιδέα της εκδίκησης, μιας εκδίκησης μακάβριας, ποταπής. Ο ήρωας έγινε αντικείμενο σε μια βαλίτσα για να σωθεί από τη ‘ψυχρή» ισότητα του συστήματος και δε διστάζει να ξαναγίνει αντικείμενο μιας κηδείας για να εκδικηθεί. Ισότητα και εκδίκηση στην ταινία αυτή μοιάζουν να είναι συνώνυμες. Στη διελκυστίνδα των ανθρωπίνων και κοινωνικών σχέσεων ο άνθρωπος μάχεται καθημερινά με σκοπό να μην χάσει το σχοινί υποβαθμίζοντας ακόμη και το είναι του ζητώντας την ισότητα…ή όταν εκλείπει την εκδίκηση.

Δεύτερη κατά σειρά στην τριλογία των χρωμάτων του Κισλόφσκι, η λευκή ακολουθεί κοινές τεχνικές και μοτίβα με την μπλε και την κόκκινη,όπως η εικόνα ηλικιωμένων να προσπαθούν να πετάξουν σκουπίδια σε κάδους ανακύκλωσης με τη διαφορετική αντιμετώπιση των ηρώων σε αυτό,η εικόνα των δικαστηρίων (κάνει την εμφάνισή της αμυδρά και η Ζιλιέτ Μπινός) και το δέσιμο των ηρώων με αντικείμενα (το δίφραγκο του Κάρολ). Άξια παρατήρησης η προσπάθεια του Κισλόφσκι να εντάξει το λευκό στην ταινία του με τον συννεφιασμένο ουρανό, τη χιονισμένη Βαρσοβία καθώς και την κατάλευκη στιγμή του οργασμού, ενώ η καταπληκτική φωτογραφία χωρίς να καθυστερεί την πλοκή συμπληρώνει αριστοτεχνικά τη σύλληψη του πολωνού σκηνοθέτη.

Το τέλος του φιλμ μπορεί να μην οδηγεί στην λύτρωση που μάλλον έρχεται με την κόκκινη ταινία όμως συγκινεί τον θεατή που αντιμετώπισε με συμπάθεια τον ήρωα από την αρχή, έναν ήρωα καλοκάγαθο που έψαχνε τη δική του απάντηση στην ανισότητα.

«Les trois couleurs»: Bleu

του Krzysztof Kieslowski

Ο σπουδαιότερος κινηματογραφιστής της ανατολικής Ευρώπης

«Πιστεύω ότι η ζωή είναι πιο ευφυής από τη λογοτεχνία»

Υπήρξε ένας από τους λίγους σκηνοθέτες  του ευρωπαϊκού σινεμά που διερεύνησε σε βάθος  το πεδίο της ύπαρξης κατά μοναδικό τρόπο, μέσα από σκηνές πλούσιες σε εσωτερική δύναμη και συναισθήματα. Γεννημένος στη Βαρσοβία το 1941, με σπουδές στην Κινηματογραφική σχολή του Λοτζ, ασχολείται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με ντοκιμαντέρ για την πολωνική τηλεόραση. Η ενασχόλησή του αυτή φαίνεται ότι με κάποιο τρόπο επηρέασε τις ταινίες του, στις οποίες διαφαίνονται στοιχεία όπως η εμμονή στην αναζήτηση του αληθινού, η απόρριψη του ψεύδους, η προσήλωση  στην πραγματικότητα και η υιοθέτηση ενός  ιδιότυπου ρεαλισμού. Ένα ρεαλισμό περισσότερο εσωτερικό παρά εξωτερικό, που κέντρο του έχει το άτομο, την ηθική του και τη συνείδησή του, και όχι τον χώρο που τον περιβάλλει ή την κοινωνία. Αυτό τον εσώτερο ρεαλισμό συναντάμε ως δεσπόζουσα παράμετρο, στις ταινίες του που γυρίστηκαν στην Πολωνία. Η ταινία «Amator «/ «Ο ερασιτέχνης κινηματογραφιστής» (1979) αποτελεί την πιο γνωστή ταινία αυτής της περιόδου, καθώς σύστησε το δημιουργό της στο δυτικό κοινό. Στο «Dekalog»/»Δεκάλογο» (1988) και στις μεσαίου μήκους ταινίες (που αποτελούν μια σύγχρονη και αρκετά ελεύθερη τηλεοπτική μεταφορά των Δέκα Εντολών), θα βρούμε μια ισχυρή κεντρική ιδέα: είναι η απόπειρα να κινηματογραφηθεί  η κοινωνία και οι επιταγές της και η αντίθεσή της με την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Οι ταινίες, που τον αποτελούν, περιγράφουν την εσωτερική κατάσταση, τα ηθικά διλήμματα, μ’ ένα οπτικό στυλ βασισμένο στην απλότητα -καταλήγοντας στο τέλος να γίνουν ντοκιμαντέρ πάνω σε έννοιες όπως: Ιδιοκτησία, Ψυχή, Έρωτας, Θάνατος, Αγάπη, Πεπρωμένο. Οι δύο μεγάλου μήκους ταινίες του Δεκάλογου -η Μικρή ιστορία για φόνο (Ου φονεύσεις) και η Μικρή ιστορία για την αγάπη (Ου μοιχεύσεις) – διαθέτουν τη δύναμη του τραγικού, καθώς έχουν στο κέντρο τα δύο βασικά ζητήματα της ύπαρξης: τον Έρωτα και το Θάνατο. Η διεθνής αναγνώρισή του ερχεται με τις τέσσερις τελευταίες δημιουργίες της ζωής του: «Η Διπλή Ζωή της Βερόνικα» (1991) και ο κινηματογραφικός κύκλος «Τρία Χρώματα: Η Μπλε /Λευκή /Κόκκινη Ταινία» (1993-1994). Τρεις ταινίες εμπνευσμένες από τα χρώματα της γαλλικής σημαίας και τις έννοιες που αυτά αντιπροσωπεύουν: ελευθερία(μπλε), ισότητα(λευκή), αδελφότητα(κόκκινη). Με αφετηρία την ανθρώπινη συμπεριφορά στη σύγχρονη κοινωνία και με φιλοσοφική διάθεση, διερευνά το νόημα που έχουν σήμερα τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης και κινηματογραφεί τρεις ιστορίες, δραματικές κατά βάση, που όμως οδηγούν στην αυτογνωσία και τη λύτρωση. Η «Μπλε Ταινία» ήταν υποψήφια για τρεις Χρυσές Σφαίρες, ενώ τιμήθηκε με τρία Σεζάρ και με το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία (1994). Η «Λευκή» απέσπασε την Αργυρή Άρκτο Σκηνοθεσίας στο Βερολίνο (1994). Η «Κόκκινη» ήταν υποψήφια για Όσκαρ και Χρυσές Σφαίρες και βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (1994).
Η «Μπλε Ταινία» είναι η πιο εσωστρεφής και εκείνη που είχε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία. Με το πρόσωπο της Ζιλιέτ Μπινός να κυριαρχεί στα πλάνα, το φιλμ επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας που βιώνει την απώλεια. Έχοντας χάσει οικογένεια  σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και προσπαθώντας να απαγκιστρωθεί από τον πόνο της ανακάλυψης της εξωσυζυγικής σχέσης του άντρα της, μετατρέπεται σε μια απρόσωπη και ανώνυμη παρουσία. Μια οντότητα που παλεύει να μείνει ελεύθερη από μνήμη, από συναισθήματα, από παρελθόν. Ο δρόμος της απώλειας θα γίνει το εφαλτήριο για την εσωτερική αναδόμησή της . Γκρο-πλαν, εμμονή σε λεπτομέρειες, βλέμματα και σιωπές εκφράζουν την ψυχολογική κατάσταση της ηρωίδας που περνά σταδιακά από την αδιαφορία και την άρνηση στην επανασυγκρότηση και τη  λύτρωση. Εκεί που το τέλος συναντά μια νέα αρχή, εκεί που συναισθήματα απειλούνται από αποκαλύψεις μιας στιγμής, εκεί που οι αναμνήσεις στέκουν ως τείχη αδιαπέραστα μπροστά στην ανάγκη διαφυγής, ο Κieslowski   προσαρμόζει τη θέληση ως κλειδί και την αγάπη ως όχημα της λυτρωτικής απελευθέρωσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαία και η μουσική επιλογή της μπλε ταινίας .Η μουσική ακολουθεί τον πένθιμο βηματισμό της ηρωίδας και συνδέεται με την πρόθεση του σκηνοθέτη να αναδείξει την αγνή απόλυτη αγάπη, ως το μοναδικό μέσο λύτρωσης και εξαγνισμού. Με το παρακάτω  απόσπασμα από  την προς Κορινθίους επιστολή του Απόστολου Παύλου κλεινει  με αριστουργηματικό τρόπο η μπλε ταινία .
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
«Aκόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μα και των αγγέλων, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα είχα γίνει χαλκός που βγάζει σκέτους ήχους ή τύμπανο που δημιουργεί μόνο φασαρία. Kι αν είχα το χάρισμα της προφητείας και κατανοούσα όλα τα μυστήρια και κατείχα όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, έτσι που να μετατοπίζω βουνά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, θα ήμουν ένα τίποτε. Kι αν ακόμα διάνεμα όλα τα υπάρχοντά μου για να θρέψω τους πεινασμένους, κι αν παρέδιδα το σώμα μου να καεί στη φωτιά, χωρίς όμως να έχω αγάπη, δε θα με είχε ωφελήσει σε τίποτε. H αγάπη μακροθυμεί, επιζητάει το καλό. H αγάπη δε φθονεί. …H αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει…»

Underground
του Emir Kusturica
Palme d’or 1995
‘’Mesecina,mesecina joj joj joj joj,sunce sija ponoc bije joj joj joj joj,sa nebesa,zrak probija,niko ne zna,niko ne zna sta to sija.’’
Κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό στον ουρανό,ένα φως τα μεσάνυχτα που μοιάζει με ήλιο,κανονικά θα πρεπε να εί…ναι το φεγγάρι αλλά σε έναν πόλεμο μάλλον η νύχτα φωτίζει για άλλους λόγους.Έναν λαό μαθημένο στον πόλεμο ακόμα και η εικόνα του ουρανού τη νύχτα φαίνεται να τον προβληματίζει.Τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διαδέχτηκε η απόλυτη διακυβέρνηση του Τίτο αλλά και ο εμφύλιος σπαραγμός μετά τον θάνατο του εμβληματικού ηγέτη.Βρισκόμαστε στο 1995,η ενωμένη Γιουγκοσλαβία έχει ήδη πεθάνει.Με το πέρας και του πολέμου της Βοσνίας(92-95) τα νεοσύστατα κράτη ελεύθερα από την ηγεμονία της Σερβίας ατενίζουν την νέα πραγματικότητα στα συντρίμμια του πολέμου προσπαθώντας να σταθούν στα πόδια τους.Επηρεασμένος καταφανώς από τα γεγονότα o Eμίρ Κουστουρίτσα αποφασίζει να φτιάξει το Underground επιθυμώντας να εξερευνήσει τα αίτια του διαμελισμού.Το γιατί είναι αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη και τον ωθεί στο να πιάσει την ιστορία από το κουβάρι αρχίζοντας να την ξετυλίγει.Η ταινία ανατρέχει στις απαρχές του Β’Παγκοσμίου Πολέμου καταλήγοντας στις θλιβερές εικόνες του πολέμου του 92.Αποτυπώνοντας 50 χρόνια ιστορίας σε δυόμιση ώρες κινηματογραφικού χρόνου ο Κουστουρίτσα σατυρίζει,ψέγει,διακωμωδεί καταστάσεις και ιστορικά γεγονότα που θεωρεί ότι υπήρξαν αποφασιστικής σημασίας για το τέλος μιας εποχής όπως την βίωνε την περίοδο που κινηματογραφούσε.
Η πλοκή κινείται γύρω από δυο αδελφικούς φίλους,τον Μάρκο και τον Πέταρ οι οποίοι μας παρουσιάζονται στην πρώτη σκηνή σε μια κατάσταση διονυσιακής ευφορίας να γιορτάζουν την ένταξη τους στο κομμουνιστικό κόμμα του Τίτο,παραμονή του βομβαρδισμού του Βελιγραδίου από τους Γερμανούς.Η δράση τους με τις δυνάμεις αντίστασης καθώς και ο φόβος πιθανής σύλληψης τούς αναγκάζουν να πάρουν μέτρα ξεκινώντας με τον εγκλεισμό σε ένα κελλάρι-καταφύγιο συγγενών και φίλων τους.Το ερωτικό ενδιαφέρον του Πέταρ για την ηθοποιό Νατάλια,αντικείμενο πόθου όμως τόσο του Γερμανού αξιωματικού Φράντς αλλά ..όπως φαίνεται και του Μάρκο θα δρομολογήσει εξελίξεις.Θέλοντας κατ’αρχήν να διασφαλίσει την παρουσία του στο πλευρό της Νατάλια αλλά αποσκοπώντας παράλληλα και στην εκμετάλλευση των ανθρώπων που βρίσκονταν στο κελλάρι(συμπεριλαμβανομένου του Πέταρ) ο Μάρκο δόλια παραλείπει να τους ενημερώσει ότι τελείωσε ο πόλεμος,αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι οι εχθροπραξίες συνεχίζονται.Επί 20 χρόνια επωφελείται από τα εργατικά τους χέρια χειραγωγώντας τους με κάθε τρόπο,ενώ παράλληλα ο ίδιος ανελίσσεται στο κομμουνιστικό κόμμα του Τίτο.Η απελευθέρωση τους θα τους φέρει αντιμέτωπους με μια αλλόκοτη πραγματικότητα..
Παρότι ο πόλεμος αποτελεί σημείο αναφοράς στην ταινία,το Underground δεν πρέπει να το συλλάβουμε ως μια πολεμική ταινία.Ο Κουστουρίτσα δεν κατηγορεί τον πόλεμο αλλά τις πολιτικές που οδήγησαν στην ρήξη.Οι νύξεις του στη στάση Σλοβενίας-Κροατίας να υποδεχθούν τους Γερμανούς ως σωτήρες είναι δηκτικές και αποτελούν τις πρώτες ενδείξεις μιας εύθραυστης ενότητας.Η ηγεμονική στάση του Τίτο να τραβήξει πάνω του κάθε αντιστασιακή προσπάθεια κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής υπαινίσσεται σε πολλά σημεία .Ο σέρβος ηγέτης ήξερε καλά το παιχνίδι της εξουσίας και δεν άφηνε κανέναν άλλον,μετά το τέλος του πολέμου ήταν μόνος αυτός.Οι μεταπολεμικές πρακτικές του όξυναν την κρίση μεταξύ των γιουγκοσλαβικών εθνών τα οποία επαναστάτησαν στον επιβαλλόμενο αυταρχοκομμουνισμό του Τίτο.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ταινία βρίθει συμβολισμών.Ο σκηνοθέτης έφτιαξε ήρωες και σκηνές σύμβολα της πολιτικής πραγματικότητας ούτως ώστε να προχωρήσει στη σάτιρα του ανεμπόδιστος.Πρώτος απ’όλους ο Μάρκο σύμβολο του Τίτο,ένα άτομο που διψάει για εξουσία,που μετέρχεται κάθε μέσο για να επιβληθεί,’φυλακίζει’ τους ανθρώπους του/τον λαό του για να αποκομίζει ωφέλη πλάθοντας έναν ψεύτικο φόβο,μια ψεύτικη πραγματικότητα/κομμουνισμό.Τα άτομα στο κελλάρι συμβολίζουν τα έθνη της Γιουγκοσλαβίας,βαθιά κοιμισμένα στο παραμύθι τους.Από το κελλάρι θα τους βγάλει ένα ζώο το οποίο απεικονίζεται ίσως και εξυπνότερο από αυτούς.Σε μας βέβαια έρχεται στο μυαλό και ο μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα που μοιάζει πάρα πολύ με την κατάσταση των ηρώων.Η τελευταία σκηνή επίσης με την αποκόλληση του εδάφους γεμάτη λυρικότητα φέρνει στο μυαλό το διαμελισμό και τη μοναχική πορεία από δω και πέρα των σλαβικών κρατών.
Η πρώτη εικόνα που μας δίνεται στην ταινία με το ξέφρενο γλέντι των Μάρκο και Πέταρ σίγουρα εκπλήσσει τον θεατή,όπως φυσικά και η μετέπειτα απάθεια τους στο βομβαρδισμό της πόλης τους.Η εξήγηση φαίνεται απλή αν παρατηρήσουμε τι αντιπροσωπεύουν αυτοί οι ήρωες.Για τον Κουστουρίτσα οι κομμουνιστές κατέστρεψαν την χώρα του,είναι άτομα που παρουσιάζονται ως κυνηγοί εξουσίας,πώς μπορεί να τους ενδιαφέρει ο τόπος τους;Ο Μάρκο μέχρι τη στιγμή που πεθαίνει πουλάει όπλα σε αντάρτες για να αποτελειώσουν ό,τι έχει απομείνει.Αντίθετα ο Πέταρ στον πόλεμο της Βοσνίας αποκτά εθνική συνείδηση(μια συνείδηση που κοιμότανε στο κομμουνιστικό παραμύθι) και μάχεται για την Ενωμένη Σερβία[πιθανό σύμβολο του Μιλόσεβιτς που χρηματοδότησε και την ταινία].Η ξέφρενη μουσική,τα ατελείωτα πάρτι και η μεθυστική ατμόσφαιρα καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας θαρρείς και αποτυπώνουν στην μπομπίνα τις σκέψεις του Πλάτωνα στην Πολιτεία.Μέσα σε αυτήν την ατέρμονη διασκέδαση η λογική χάνεται,η κρίση χειραγωγείται περίτεχνα με το άφθονο αλκοόλ και κατά συνέπεια όλοι ζουν στη δική τους πραγματικότητα.Προς το τέλος όμως μέσα από τα χείλη του Πέταρ ο γιουγκοσλαβικός λαός,για να μην δώσει την εντύπωση ότι είναι μόνο για τα πανηγύρια,σαν να απευθύνεται στον Τίτο λέει :’Μπορώ να συγχωρήσω,όχι όμως και να ξεχάσω’.
Το Underground κατακρίθηκε από αρκετούς ενώ από άλλους θεωρήθηκε σερβική προπαγάνδα.Αυτό όμως ήταν και αναπόφευκτο αν θεωρήσουμε ότι τον Κουστουρίτσα δεν τον ενδιαφέρει να εμπλακεί σε μια δίνη εθνικιστικών διαμαχών.Αγαπά τα Βαλκάνια,θεωρεί εαυτόν Βαλκάνιο και κρατά ίσες αποστάσεις όσο είναι δυνατόν.Με τη συνδρομή του μουσικού του άλτερ έγκο Γκόραν Μπρέγκοβιτς που αποδίδει άψογα σε νότες την περίεργη ψυχοσύνθεση των βαλκανικών λαών,καταφέρνει να φτιάξει ένα κινηματογραφικό αριστούργημα που χαιρετίζεται ως τέτοιο από κάθε κριτικό.Η εμμονή του στη λεπτομέρεια,η συνεχής προσφυγή στο συμβολισμό,τα κινηματογραφικά του δάνεια(ο ελέφαντας του Φελλίνι),αλλά κυρίως ο μαεστρικός τρόπος με τον οποίο σκηνοθέτησε την ιστορία του τόπου του κατατάσσουν το Underground στα masterpiece του ευρωπαϊκού σινεμά.Μοναδικός αντιρρησίας ο Θόδωρος Αγγελόπουλος που έβλεπε το <παιδί> του(‘Το βλέμμα του Οδυσσέα’)πιο όμορφο από το <παιδί> του βαλκάνιου γείτονα(Underground) και πειράχτηκε που δεν πήρε τον χρυσό φοίνικα.Ίσως η ‘αιωνιότητα’ να το άξιζε πιο πολύ ..

Soul Kitchen
του Fatih Akın

Είναι φανερό ότι ο Φατίχ Ακίν ακούει Doors.Κάποια στιγμή λοιπόν που χαλάρωνε στο σαλόνι του έβαλε το πρώτο άλμπουμ τους στο cd player και το break on through to the ot…her side του δωσε την πρώτη ιδέα.Μετά την τεράστια επιτυχία της ‘Άκρης του Ουρανού’ ήθελε να περάσει στην άλλη πλευρά.΄Εχοντας αποδείξει ότι ανήκει στο κλειστό αυτό γκρουπ των σύγχρονων κινηματογραφιστών που χειρίζονται με τέτοια δεξιοτεχνία το δράμα,αποφασίζει εν μια νυκτί να δοκιμάσει την τύχη του στην κωμωδία,κάτι που δεν είχε δοκιμάσει ποτέ στο παρελθόν.Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ για τη σύλληψη της νέας του δημιουργίας.Η απάντηση βρισκόταν στο αμέσως επόμενο τραγούδι.Όπερ και εγένετο : Soul Kitchen.
Ο Τουρκο-Γερμανός σκηνοθέτης δεν βρίσκει τον λόγο να μετακινηθεί από τη γενέτειρα του,τόπο και των προηγούμενων ταινιών του.Το σκηνικό έτσι στήνεται στο πολυπολιτισμικό Αμβούργο όπου ο κεντρικός ήρωας Ζήνος Καζαντζάκης,Έλλην μετανάστης,προσπαθεί να τα φέρει βόλτα τόσο στο παρακμιακό εστιατόριο του,το Soul Kitchen,όσο και στην προσωπική του ζωή που διαταράσσεται όταν η κοπέλα του,Ναντίν, για επαγγελματικούς λόγους μεταναστεύει στην Κίνα!Καθώς ο Ζήνος δεν θέλει να την χάσει επιχειρεί να βρει άτομα που θα τον βοηθήσουν στη διεύθυνση του χώρου ούτως ώστε ο ίδιος να αποτραβηχτεί και να ακολουθήσει την Ναντίν.Πρώτη του ψαριά ο ακατάδεκτος αλλά εξαίρετος σεφ Σέιν που αλλάζει τον ρου του μαγαζιού.Τα πράγματα περιπλέκονται όμως στη ζωή του Ζήνου όταν κάνουν την εμφάνιση τους ο αδερφός του Ηλίας αλλά και ο παλιός του συμμαθητής Τόμας Νόιμαν.Ο μεν επαγγελματίας ρεμάλι και εκτίων ποινή φυλάκισης,ο δε ύπουλος κτηματομεσίτης που εποφθαλμιά το μαγαζί.Η τύχη του εστιατορίου μοιάζει αρκετά επισφαλής στα χέρια του Ηλία που ανέρχεται στη διεύθυνση ελλείψει άλλου,όπως και η τύχη της σχέσης εξ’αποστάσεως του Ζήνου με την κοπέλα του..
Στα μάτια του μέσου θεατή το σενάριο μοιάζει τετριμμένο και σε λίγα σημεία ξεφεύγει από την παγίδα του κλισέ.Πολύ πιθανό υπό τις οδηγίες ενός ‘βιαστικού’σκηνοθέτη χόλιγουντ το αποτέλεσμα να ήταν τραγικό.Παρ’όλα αυτά ο Ακίν δεν αφήνει την ταινία του αβοήθητη και πλέκοντας ένα καλοδουλεμένο σκηνοθετικό περίβλημα καταφέρνει να φτιάξει μια κωμωδία με δυνατό ρυθμό,συνεχείς ανατροπές,πάντα μέσα στο πολυπολιτισμικό πλαίσιο-σφραγίδα του Ακίν.Η δύσκολη καθημερινότητα για έναν μετανάστη αποτυπώνεται για άλλη μια φορά,όπως και στο Βαθιά Κοφτά Ανθρώπινα,όμως υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά *αυτοσκοπός εδώ είναι το χιούμορ.Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται να λειτουργούν αποκλειστικά με το συναίσθημα,κάτι που ζητάει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης να κάνουμε και μεις ως θεατές για να κατανοήσουμε την ενστικτώδη,ενίοτε αυτοκαταστροφική αλλά σίγουρα αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των ηρώων απέναντι στα γεγονότα.Η παιδική αφέλεια και η λούμπεν απεικόνιση του Ηλία,ο έντονος αυθορμητισμός και η ατέρμονη προσπάθεια του Ζήνου να βάλει μια τάξη στη επαγγελματική και προσωπική ζωή του διανθίζονται με μια πληθώρα κωμικών καταστάσεων και φαρσικών απροόπτων καθ’όλη τη διάρκεια της πλοκής.Η χημεία μεταξύ των ηρώων καθώς και η ταύτιση με τους ρόλους τους είναι καταπληκτική ενώ εξηγείται πιθανότατα λόγω της συνήθους πρακτικής του Ακίν να στρατολογεί τους ηθοποιούς είτε από το άμεσα φιλικό του περιβάλλον είτε από την ταλαντούχα δεξαμενή νέων φυντανιών του Αμβούργου που τόσο λατρεύει.Χαρακτηριστικό είναι ότι ο πρωταγωνιστής Αδάμ Μπουσδούκος είναι και στην πραγματικότητα ιδιοκτήτης εστιατορίου!Πίσω από τις δυναμικές ερμηνείες,όλο ζωντάνια και εκφραστικότητα κρύβεται η λεπτή και προσεκτική απόπειρα του σκηνοθέτη να εμβαθύνει στην αδύναμη υποβόσκουσα,εύθραυστη ψυχική ισορροπία ατόμων που αγωνίζονται για την κοινωνική ανέλιξη.Κυρίως αυτό αποτυπώνεται στον Ζήνο,κεντρικό ήρωα και μόνιμο αποδέκτη των αναποδιών που προέρχονται είτε από την τύχη(ξαφνικό πρόβλημα με τη μέση του που τον ταλαιπωρεί σε όλη σχεδόν την ταινία),είτε από δικές του αποφάσεις(να αφήσει το μαγαζί στον αδερφό του),είτε από αποφάσεις άλλων(της Ναντίν που μετανάστευσε στην Κίνα).
Mετά από αρκετές ταινίες κινούμενες στο ίδιο μοτίβο ο Ακίν μας επιβεβαιώνει ότι είναι άριστος γνώστης της σύγχρονης ενωσιακής Γερμανίας συνειλημμένης στον πολυεθνικό καμβά.Ο σύγχρονος νέο-Γερμανός 2ης γενιάς μετανάστης προσπαθεί να βρει λύση στα καθημερινά προβλήματα που του παρουσιάζονται και για τον Ακίν πλέον αυτή η προσπάθεια έχει και την κωμική της πλευρά,πέρα από την δραματουργική.Δίχως αμφιβολία μας απέδειξε ότι μπορεί να τα καταφέρει στο νέο γι’αυτόν κινηματογραφικό πεδίο και στο παρθενικό του εγχείρημα ανέδειξε το Soul Kitchen ως μια από τις καλύτερες κωμωδίες των τελευταίων ετών στο Ευρωπαϊκό Σινεμά.Μια άψογα δομημένη ιστορία που συγκινεί και διασκεδάζει τον θεατή δίνοντας του μάλιστα πολλούς λόγους να φύγει με το χαμόγελο από την αίθουσα. Ισχυρό της ατού αποτελεί και το εξαιρετικό της σάουντρακ με μίξη μπλουζ,σόουλ και ρεμπέτικου!Μόνο και μόνο που ακούγεται δυο φορές η Φραγκοσυριανή του Βαμβακάρη σε μια γερμανοτουρκική ταινία μας προκαλεί ρίγη εθνικής υπερηφάνειας …:P

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s